Chapter Text
Ούτε έξι χρονών δεν ήταν η Βασιλική όταν έμεινε ορφανή. Πυρκαγιά. Ένα κάρβουνο πετάχτηκε από το μαγκάλι που είχαν στη σάλα πάνω στην κουρτίνα κι από εκεί σε λίγα λεπτά λαμπάδιασε ολόκληρο το σπίτι. Απίθανο να συμβεί, είπαν, κι όμως συνέβη. Ένας γείτονας πρόλαβε να τη βγάλει χωρίς τις αισθήσεις της, αλλά οι γονείς της δεν στάθηκαν το ίδιο τυχεροί. Την έσωσε ότι κοιμόταν δίπλα στην πόρτα. Για μέρες δεν ήξεραν αν θα την έβγαζε καθαρή ή αν ο καπνός που είχε εισπνεύσει είχε μαυρίσει τα πνευμόνια της για τα καλά. Μέχρι που ξύπνησε.
«Άγιο προστάτη είχε το κοριτσάκι και γλίτωσε», έλεγαν όλοι μα εκείνη μεγαλώνοντας πολλές φορές σκεφτόταν ότι αν πράγματι κάποιος Άγιος κοιτούσε το καλό της, θα φρόντιζε να είχε χαθεί μαζί με τους γονείς της.
Κοντινούς συγγενείς δεν είχε να την αναλάβουν. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της ήταν πάντα οι τρεις τους. Τις πρώτες εβδομάδες έμεινε στο σπίτι του παπά.
«Είναι πολύ αδύναμο ακόμα, κι όλο βήχει. Και να μεσολαβήσω δεν θα τη δεχτεί το ίδρυμα έτσι. Δεν παίρνουν άρρωστα παιδιά μου λένε, φοβούνται για τα άλλα.» Τον άκουγε να λέει περίλυπος στην παπαδιά, όσο νόμιζαν πως κοιμάται.
«Δεν είναι άρρωστο. Απο τον καπνό βήχει ακόμα το έρημο.» Του απαντούσε εκείνη και η Βασιλική σφάλιζε τα μάτια, μην καταλάβουν πως ακούει.
Δεν ήξερε τι ήταν το ίδρυμα, ούτε αν ήταν άρρωστη. Κανείς δεν της απαντούσε ποτέ θα γύριζαν πίσω οι γονείς της να την πάρουν. Μονάχα την κοιτούσαν με εκείνο το γεμάτο λύπηση βλέμμα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Τα πρόσωπα των γονιών της, οι φωνές τους…Όλα σιγά σιγά ξεθώριαζαν με τον καιρό. Μα όχι εκείνη η τρομερή μυρωδιά του καπνού και τα θλιμμένα βλέμματα που σφράγιζαν τη νέα της μοίρα. Μέχρι να ξεσπάσει η φωτιά ήταν απλά η Βασιλική. Λίγα λεπτά αργότερα, το όνομα της έσβησε και αντικαταστάθηκε από μια μόνο λέξη, μια λέξη που θα άκουγε να ψιθυρίζουν γύρω της για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της. Ορφανό.
Τελικά ο παπάς είχε καταφέρει να της εξασφαλίσει μια θέση σε ένα ίδρυμα της εκκλησίας για κορίτσια στο Ρέθυμνο. Ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παιδιά να παίζει, της έλεγαν. Σαν τα αδελφάκια που ζητούσε από τη μαμά της διαρκώς. Μα τώρα…Τώρα δεν ήθελε αδελφάκια. Τώρα της αρκούσε να έρθει πίσω η μαμά της, να την πάρει αγκαλιά και να μην την αφήσει από τα χέρια της ποτέ.
Η μέρα της αναχώρησης της πλησίαζε, όταν πια είχε γίνει εντελώς καλά, μέχρι που ένας άντρας χτύπησε την πόρτα του παπά. Δεν θα πήγαινε πια στο μεγάλο σπίτι. Ήταν ο θείος της της είπαν. Η πιο σωστά θείος του πατέρα της. Θα την έπαιρνε εκείνος να τη μεγαλώσει με τη γυναίκα του. Η Βασιλική δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Ήταν μεγάλος, αρκετά μεγαλύτερος από τους γονείς της, με ρυτίδες γύρω από τα μάτια και χείλη σφιγμένα σε μια λεπτή γραμμή. Δεν έφερε κανείς αντίρρηση στο να πάει μαζί του, ούτε τη ρώτησαν αν προτιμά εκείνον ή το μεγάλο σπίτι. «Τυχερό μέσα στην ατυχία του που βρέθηκε οικογένεια που θέλησε να το φροντίσει. Δωρο θεόσταλτο για το κακόμοιρο το ορφανό.» Άκουσε την παπαδιά να λέει καθώς τύλιγε τα λιγοστά ρούχα που της είχαν δωρίσει -τα δικά της είχαν όλα γίνει στάχτη - σε ένα σεντόνι.
Ο θείος της φόρτωσε το μπόγο σε ένα μουλάρι, μαζί και εκείνη και η Βασιλική αποχαιρέτησε το χωριό της χωρίς να καταλάβει πως ήταν η τελευταία φορά που θα το έβλεπε ποτέ. Αν γυρνούσε το χρόνο πίσω δε θα είχε τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος. Θα κοιτούσε καλύτερα τα σπίτια με τις όμορφες σκεπές, το καφενείο που σέρβιρε το πιο ωραίο γλυκό τις Κυριακές μετά την εκκλησία, την πηγή στην πλατεία, κάτω από το πλατάνι, που την πιτσίλαγε η μαμά της και γελούσε όταν ξαπόσταιναν να πιουν νερό στο δρόμο για το σπίτι. Θα τα κοιτούσε καλύτερα για να τα θυμάται, να τα κλείσει ασφαλή σε μια γωνιά του μυαλού της να μην της φύγουν ποτέ.
Σχεδόν μια μέρα προχωρούσαν με το μουλάρι. Ούτε για φαΐ δε σταματούσαν, ούτε για να ξεμουδιάσουν. Μονάχα όταν η Βασιλική ζήτησε διστακτικά το μέρος, ο θείος της σταμάτησε την κατέβασε και της υπέδειξε ένα δέντρο λέγοντας να κάνει γρήγορα. Από το μούδιασμα δεν ένιωθε σχεδόν καθόλου το κορμί της. Σκεφτόταν ότι όλα θα ήταν καλύτερα όταν έφτανε σπίτι. Έτσι της είχε πει η παπαδιά όταν την αποχαιρέτησε, τα μάτια της υγρά λες και την είχε συνηθίσει στο σπίτι τους τόσο καιρό. Λες και θα την πεθυμούσε. «Έχεις οικογένεια τώρα, Βασιλική. Όλα θα είναι καλύτερα. Θα σε φροντίσουν.»
Δε ήξερε αν είχε πράγματι οικογένεια, μα σύντομα κατάλαβε ότι η παπαδιά έκανε λάθος. Οι θείοι της δεν είχαν καμία διάθεση να τη φροντίσουν. Να τους φροντίζει εκείνη ήθελαν, άκληροι καθώς ήταν και μόνοι. Το σπίτι ήταν μικρό και δωμάτιο δικό της δεν είχε. Όλα την τρόμαζαν εκεί μέσα. Τα κεντήματα στους τοίχους που έμοιαζαν σχεδόν ζωντανά, οι ασπρόμαυρες κορνίζες των πεθαμένων γύρω από το τζάκι, το βλοσυρό ύφος του θείου της. Η θεία της της έδειξε το ντιβάνι που θα κοιμόταν κι έπειτα την κουζίνα.
«Ξέρεις να πλένεις πιάτα;» Τη ρώτησε και όταν η Βασιλική ανασήκωσε τους ώμους, η θεία της απάντησε με ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο.
«Θα μου απαντάς όταν σε ρωτάω κάτι.» Της είπε.
Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος τη χτυπούσε μα το ένιωθε πως δεν θα ήταν η τελευταία. Πριν κλείσει τα εφτά, η Βασιλική ήξερε ήδη να κάνει όλες τις βασικές δουλειές του σπιτιού, να αρμέγει τις κατσίκες, να βγάζει νερό από το πηγάδι και να μαγειρεύει τα πιο βασικά φαγητά. Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο δύσκολο. Φοβόταν την φωτιά. Δεν την πλησίαζε.
«Εσύ θα φέρνεις ξύλα για τη σόμπα από εδώ και πέρα.» Της είπε ο θείος της όταν κατάλαβε την καθόλα δικαιολογημένη φοβία της. Ήταν και οι δύο ξεκάθαροι. Το κρεβάτι της και εκείνο το πιάτο φαΐ που της προσέφεραν έπρεπε να τα κερδίζει.
Σύντομα συνήθισε τη νέα της καθημερινότητα. Ήξερε πως δεν έπρεπε να αντιμιλά, ούτε να παραπονιέται. Το κεφάλι της όφειλε να είναι χαμηλωμένο, το ίδιο και η φωνή της. Τα χτυπήματα γίνονταν λιγότερα όσο μάθαινε να υπακούει. Ακόμα φοβόταν τη φωτιά, μα όχι όσο τη βέργα του θείου της. Τη μεγαλύτερη της νίκη την πέτυχε στα οχτώ, όταν κατάφερε να πείσει τους θείους της να τη στείλουν στο σχολείο. Δεν ήξερε ακριβώς πως ήταν το σχολείο, μα θα ήταν έξω από το σπίτι για πέντε ολόκληρες ώρες και αυτό της ήταν αρκετό.
«Άμα μάθει να γράφει και να διαβάζει θα μας βοηθά και με τους λογαριασμούς και με τα συμβόλαια.» Λογάριαζε ο θείος της και η Βασιλική ένιωθε την ελπίδα μέσα της να φουντώνει, για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε περάσει την πόρτα εκείνου του σπιτιού.
«Θα μάθω, θα μάθω όσο πιο καλά μπορώ.» Τους ορκίστηκε.
Ορκίστηκε ακόμα πως θα ξυπνούσε πιο πρωί, πως θα τελείωνε όλες τις δουλειές πριν το πρωινό κουδούνι. Κι έτσι την άφησαν. Τσάντα δεν είχε, ούτε τετράδια μα δεν την ένοιαζε. Το σχολείο έγινε γρήγορα το καταφύγιο της. Και κατάφερε να τελειώσει ολόκληρο το δημοτικό. Πάρα τα παρακάλια της, οι θείοι της δεν άκουγαν κουβέντα για γυμνάσιο. Ακόμα κι η δασκάλα της τους είχε μιλήσει, ικετεύσει σχεδόν να την αφήσουν να συνεχίσει.
«Είναι άριστη μαθήτρια, μπορεί ακόμα και να σπουδάσει.» Τους έλεγε μα εκείνοι κουνούσαν το κεφάλι.
«Δεν είναι γυναικεία πράγματα αυτά. Η θειά της τη χρειάζεται εδώ, στο σπίτι.» Η Βασιλική άκουγε με θαυμασμό τους πύρινους λόγους της δασκάλας της αλλά ήξερε πως αυτή ήταν μια μάχη που δεν μπορούσε να κερδίσει.
Τουλάχιστον το σχολείο της είχε ανοίξει δρόμους που δεν φανταζόταν. Μπορούσε να διαβάζει κι έτσι είχε ένα εισιτήριο να δραπετεύει σε χιλιάδες κόσμους μαγικούς. Κι όποτε η θεία της την έστελνε για ψώνια, ξέκλεβε λίγα λεπτά να πάει στο σπίτι της παλιάς της δασκάλας που πάντα φύλαγε ένα καινούριο βιβλίο για εκείνη. Η Βασιλική έκρυβε στο φουστάνι της μέχρι να φτάσει σπίτι, κι έπειτα έλεγε στη θεία της πως πάλι είχε ουρά ο μπακάλης. Διάβαζε μονάχα όταν κοιμούνταν όλα, και η φωτιά, αυτή που έκαιγε στο καντήλι και φώτιζε τις αράδες στο βιβλίο της, δεν μπορούσε πια να τη βλάψει.
Όταν λίγο πριν κλείσει τα δεκαεπτά οι θείοι της την κάθισαν στο τραπέζι για μια σοβαρή κουβέντα. Από τα πρόσωπα τους καταλάβαινε πως αυτό που είχαν να της πουν δεν θα της άρεσε, μα έσφιξε τα δόντια.
«Μεγάλωσες πια, Βασιλική.» Άρχισε ο θείος της. «Σε πήραμε πεντάρφανο μικρό κορίτσι και σε κοιτάξαμε σα κόρη μας. Σου δώσαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, ένα πιάτο φαΐ. Μέχρι και σχολείο πήγες, έχεις παράπονο;»
Η Βασιλική κούνησε το κεφάλι. Ήξερε πως δεν ήταν ερώτηση, όχι στα αλήθεια. «Δεν έχω κανένα παράπονο από εσάς, θείε. Είμαι ευγνώμων.» Ο θείος της έγνεψε ικανοποιημένος.
«Ήρθε όμως η ώρα να νοικοκυρευτείς κι εσύ.» Ένιωσε το αίμα της να παγώνει στα λόγια του. Δεν μπορούσε να εννοεί ότι θα της επέβαλλαν να παντρευτεί…Το ήξερε πως αυτός ήταν για εκείνους ο προορισμός της, μα νόμιζε πως είχε λίγα χρόνια ακόμα, τουλάχιστον μέχρι να ενηλικιωθεί. Ίσως να γνώριζε κάποιον που θα αγαπούσε ως τότε.
Ο θείος της συνέχισε, δίχως να καταλαβαίνει τον πανικό που την είχε κατακλύσει. «Μπορεί να σε φροντίσαμε, ανήψια, μα γονείς σου δεν είμαστε. Ούτε προίκα έχουμε να σου δώσουμε. Οπότε σκεφτήκαμε κάτι άλλο για το συμφέρον σου.»
«Τι πράγμα;» Ψέλλισε η Βασιλική ξέροντας πολύ καλά ότι τα επόμενα λόγια του θείου της θα σφράγιζαν το μέλλον της. Δεν ήταν πρόταση, ούτε ζητούσε την άποψη της. Ποτέ δεν το έκανε. Την είχαν φωνάξει απλά για να της ανακοινώσουν την απόφαση τους, την οποία θα ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί αγόγγυστα, όποια κι αν ήταν.
«Μαθήτευσες καλά πλάι στη θεία σου. Έμαθες τις δουλειές, έμαθες να κρατάς σπιτικό. Μπορείς να τη μαζέψεις μόνη σου την προίκα σου. Σε ένα χωριό λίγο πιο κάτω ζητάνε ψυχοκόρη.» Ψυχοκόρη.
Είναι καλό σπίτι, της είπαν. Γνωστή οικογένεια και πλούσια. Ο πατέρας είχε σκοτωθεί πρόσφατα στη φυλακή, θύμα της βεντέτας που έπληττε τα μέρη τους εδώ και χρόνια. Είχε με τη γυναίκα του δύο παιδιά, αγόρια. Οι θείοι της δεν ήξεραν να της πουν πόσο χρονών ήταν, μα αρκετά μεγάλα για να μην χρειάζεται να τα προσέχει εκείνη. Εκείνη για το σπίτι την ήθελαν και για μια παρέα στην μάνα που μετά το χαμό του άντρα της της την έπνιγαν τα ντουβάρια. Δεν θα έκανε είπαν κάτι διαφορετικό από όσα έκανε και στο δικό τους σπίτι. Μα θα πληρωνόταν για αυτό.
«Είναι τίμια δουλειά, σε καλό σπίτι.» Είπε η θεία της. «Άμα δουλέψεις έξω ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθεις κορίτσι πράμα. Θα κάτσεις ένα-δυο χρόνια στους Σταματάκηδες να μαζέψεις κομπόδεμα, κι ύστερα θα παντρευτείς. Άμα η κυρία σου σε συμπαθήσει, ίσως σε προικίσει και παραπάνω. Όσοι είναι στη δούλεψη τους λένε τα καλύτερα.»
Είχαν ήδη μιλήσει με την κυρία Σταματάκη που την περίμενε άμεσα, όσο πιο άμεσα γινόταν. Ο μισθός που θα έπαιρνε φυσικά θα δινόταν απευθείας στους θείους και κηδεμόνες της, οι οποίοι θα έβαζαν όπως της είπαν ένα μέρος στην άκρη για την προίκα της. Ένα πιάτο φαΐ λιγότερο και ένα σταθερό χαρτζιλίκι κάθε μήνα στο σπίτι τους. Δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει γιατί την έστελναν για ψυχοκόρη.
Η Βασιλική δεν έφερε αντίρρηση. Ήξερε πως δεν είχε νόημα έτσι κι αλλιώς. Τουλάχιστον δεν την παντρεύαν, όχι ακόμα, κι αυτό της έδινε μια ανάσα ανακούφισης. Μπορεί να μην της το είχαν πει καθαρά, αλλά ήξερε πως ο μισθός της που θα έπαιρναν ήταν η πληρωμή για όσα της είχαν δώσει αυτά τα χρόνια. Είχε έρθει ο καιρός να σβήσει τα χρέη της, αυτό έλεγε το βλέμμα τους.
Η άμαξα των Σταματάκηδων την περίμενε έξω από το σπίτι δύο μέρες αργότερα. Δέκα χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε διαβεί εκείνο το πέτρινο κατώφλι, κοριτσάκι ακόμα, μην ξέροντας τι ζωή την περίμενε μέσα σε εκείνους τους τέσσερις τοίχους. Το ίδιο κατώφλι περνούσε τώρα για να φύγει, οι αρθρώσεις των δακτύλων της λεύκες από το πόσο πολύ έσφιγγε τη μικρή βαλίτσα πλάι της. Δεν χαιρόταν που έφευγε μα ούτε και λυπόταν. Ένιωθε παγωμένη, το ίδιο παγωμένη όπως τότε, το ίδιο μικροσκοπική κι ας έπρεπε πια σχεδόν να σκύβει για να περάσει την ξύλινη πόρτα που φάνταζε κάποτε πελώρια στα παιδικά της μάτια.
Οι θείοι της την χαιρέτησαν θερμά, ίσως θερμότερα από όσο είχε συνηθίσει. Η θεία της την αγκάλιασε, τη συμβούλευσε να είναι υπάκουη, να μην τους ντροπιάσει. Ο θείος της της πήρε τη βαλίτσα από το χέρι -πόσο την ξάφνιασε αυτό- και την πήγε μέχρι την άμαξα. Κοίταξε μια τελευταία φορά το σπίτι που δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει δικό της, την αυλή, τις γλάστρες στη βεράντα που φρόντιζε πάντα να ποτίζει. Ήλπιζε να μην μαραίνονταν τώρα που θα έφευγε. Τα κόκκινα φύλλα τους ήταν το μόνο χρώμα που έβλεπε σε εκείνο το σπίτι.
Η διαδρομή με την άμαξα έκανε το στομάχι της να γυρίζει. Ίσως ήταν το άγχος που έδενε κόμπο τα σωθικά της, ίσως ότι δεν είχε ξαναμπεί ποτέ σε άμαξα μέχρι τότε. Η θεία της της είχε πει ότι το σπίτι που θα πήγαινε ήταν στην Άνω Ποριά, όχι πολύ μακριά αλλά κάμποσα χωριά παραπέρα. Η Βασιλική τα μέτραγε ένα-ένα καθώς τα περνούσαν. Τα χωριά και την απόσταση από το παλιό της σπίτι που όλο και μεγάλωνε. Δεν ήξερε αν ο αέρας γινόταν ελαφρύτερος όσο απομακρυνόταν ή ήταν η ίδια που ανάσαινε πιο πολύ, με ένα μείγμα προσμονής και φόβου να της μουδιάζει τα άκρα.
Το αρχοντικό των Σταματάκηδων ήταν μεγάλο, ίσως τρεις ή τέσσερις φορές μεγαλύτερο από το σπίτι των θείων της. Είχε έναν πελώριο περίβολο και μια φαρδιά πέτρινη σκάλα που οδηγούσε στην είσοδο. Ο οδηγός την άφησε στην αυλόπορτα, βιαστικός καθώς ήταν να συνεχίσει τις δουλειές του, κι εκείνη έμεινε για λίγο εκεί ακίνητη, με τη βαλίτσα στο χέρι να κοιτά το σπίτι που από απόψε θα την έκλεινε μέσα του. Ήταν διαφορετικό από ό,τι είχε συνηθίσει - επιβλητικό, σχεδόν ξένο. Δεν ήξερε αν ανήκε εκεί. Η ίδια σκέψη που κλωθογύριζε στο μυαλό της από παιδί ξανά φώλιασε στο στήθος της με την πρώτη ανάσα που έπαιρνε στη νέα της ζωή: Ίσως να μην ανήκε πουθενά.
Η Καλλιόπη Σταματάκη ήταν ό,τι θα περίμενε κανείς από μια γυναίκα αρχόντισσα, όπως της την είχε περιγράψει η θεία της. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φουστάνι, ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της ήταν δεμένα σε ένα σφιχτό κότσο. Η Βασιλική θυμήθηκε ότι είχε χάσει πρόσφατα τον άντρα της. Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και εκείνη ενστικτωδώς κατέβασε το κεφάλι της. «Εσύ θα είσαι η Βασιλική.Έλα μέσα.»
Η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι ήταν βαριά. Όπου κι αν γύριζε το βλέμμα υπήρχαν κειμήλια και φωτογραφίες. Από γάμους, από βαφτίσεις, Ένα πορτραίτο του Βασίλη Σταματάκη δίπλα στο αναμμένο καντήλι της υπέδειξε πως αυτός θα έπρεπε να ήταν ο άντρας της Καλλιόπης. Η κυρία Σταματάκη της είπε πως τα αγόρια της λείπουν, ο μικρός στο σχολείο και ο μεγάλος στα κτήματα. «Μου είπαν πως ξέρεις να κρατάς το σπίτι.».
Δεν θα έκανε κάτι διαφορετικό από όσα είχε συνηθίσει να κάνει μέχρι τότε για τους θείους της. Το πρωί, της εξήγησε, ξυπνούσαν νωρίς. Θα έστρωνε το τραπέζι με το πρωινό, θα μάζευε. Το πιο σοκαριστικό για εκείνη ήταν πως θα είχε δικό της δωμάτιο.
«Έλα να σε πάω στην κάμαρή σου.» Της είπε η κυρία Σταματάκη και για μια στιγμή σάστισε. Την οδήγησε σε ένα μικρό αλλά περιποιημένο δωμάτιο στον πάνω όροφο του σπιτιού. Εκεί ήταν ως τότε ο ξενώνας, της εξήγησε μα τώρα θα ήταν το δωμάτιο της. Έσφιξε το μικρό κλειδί στην παλάμη της και ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της πως είχε κάτι ολότελα δικό της. «Μπορείς να τακτοποιήσεις τα ρούχα σου στην ντουλάπα και στο πάνω ράφι είχε κι άλλες κουβέρτες άμα κρυώνεις. Αν έχεις φέρει κάτι από το σπίτι σου, βάλτο. Διακόσμησε το όπως θέλεις. Για όσο καιρό είσαι εδώ, δεν θα μπαίνει κανείς εκτός από εσένα.»
Δεν είχε φέρει τίποτα από το σπίτι της, πέρα από τα λιγοστά φορέματα της και εκείνο το βιβλίο που δεν είχε προλάβει να επιστρέψει στην παλιά της δασκάλα πριν φύγει οριστικά για την Αθήνα. Ήταν το μοναδικό που είχε και το είχε διαβάσει τόσες φορές που σχεδόν το είχε αποστηθίσει. Το ψιθύριζε καμιά φορά σχεδόν από μέσα της για να την πάρει ο ύπνος. Σειρά-σειρά, σελίδα-σελίδα. Μόλις η κυρία Σταματάκη έφυγε, η Βασιλική έβγαλε το ταλαιπωρημένο βιβλίο με το δερμάτινο εξώφυλλο από τη βαλίτσα και το στόλισε, έτσι όρθιο πάνω στη συρταριέρα. Το δωμάτιο μεγάλωσε, έμοιαζε πια ολόκληρο σπίτι.
Όταν κατέβηκε ξανά στην κουζίνα, η κυρία Σταματάκη, κυρία Καλλιόπη όπως είπε πως μπορούσε να τη φωνάζει, έβαλε μπροστά της μια κούπα καφέ και λίγα κουλουράκια. Τη ρώτησε για το χωριό της, για την οικογένεια της, πώς έμεινε ορφανή, πώς αποφάσισε να έρθει να γίνει ψυχοκόρη. Η Βασιλική απαντούσε ειλικρινά μα με τη λακωνικότητα που είχε μάθει πως άρμοζε σε κάθε της συζήτηση. Η μεγαλύτερη γυναίκα την κοιτούσε με βουρκωμένα μάτια καθώς περιέγραφε στωικά, σχεδόν σαν να τα είχε αποστηθίσει, τα γεγονότα γύρω από τον χαμό των γονιών της.
«Οι γιοι μου χάσανε τον πατέρα τους και νόμιζα πως πράμα χειρότερο δεν υπάρχει για ένα κοπέλι. Αλλά αυτό…» Η Βασιλική ένιωσε κάτι διαφορετικό στο βλέμμα της. Όχι μόνο λύπηση, όπως είχε συνηθίσει, μα κατανόηση. Συμπόνια. «Είσαι δυνατό κορίτσι.» Της είπε τελικά ισιώνοντας το κορμί της. «Είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρεις και στις δουλειές.»
Η συζήτηση ελάφρυνε μετά, καθώς η κυρία Καλλιόπη της έδειχνε τα κατατόπια του σπιτιού και της κουζίνας. Η Βασιλική προσπαθούσε να απομνημονεύσει το κάθε τι, μα ήταν όλα τόσα πολλά και τόσο νέα. Τι είχε κάθε ντουλάπι και συρτάρι, τι ώρα έτρωγαν το κάθε γεύμα, που ήταν τα καλά τα σερβίτσια, που φύλαγαν το λάδι, το αλεύρι, το τυρί. «Μην σκας, θα τα μάθεις με τον καιρό τα χούγια μας. Δεν θα σου πάρω και το κεφάλι άμα κάνεις και κανένα λάθος.»
«Μπορώ να τα γράψω, αν έχετε πένα και χαρτί. Για να μην χρειάζεται να μου τα ξαναπείτε.» Πρότεινε η Βασιλική και η Καλλιόπη γύρισε να την κοιτάξει έκπληκτη. «Ξέρεις να γράφεις;»
«Και να διαβάζω. Τελείωσα όλο το δημοτικό.» Ήξερε πως τα κορίτσια στα μέρη τους, και πόσω μάλλον της δικής της τάξης σπάνια πήγαιναν σχολείο. Ένιωθε περήφανη που εκείνη όχι μόνο είχε πάει αλλά είχε καταφέρει να περάσει και όλες τις τάξεις με «Άριστα». Αν ζούσαν οι γονείς της, ίσως την άφηναν να φοιτήσει ακόμα και στο γυμνάσιο. Δεν ήταν πλούσιοι, μα την αγαπούσαν. Θυμάται πόσο την αγαπούσαν.
Η κυρία Καλλιόπη χαμογέλασε. «Όλο το δημοτικό. Θα είσαι και προκομμένη λοιπόν.» Ο Αστέρης της, της είπε, είχε περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις το καλοκαίρι και πήγαινε φέτος στην πρώτη γυμνασίου. Κι ο Μαθιός, πήγαιναν δύο χρόνια σχεδόν που σταμάτησε στα μισά της τρίτης. Της εξήγησε πως ο πρωτότοκος της περνούσε πια όλη τη μέρα του σχεδόν στα χωράφια. Δεν του χρειάζονταν τα γράμματα για να μιλάει στα ζωντανά, έλεγε.
Η Βασιλική έπινε αργά το τσάι της ακούγοντας πολύ και μιλώντας λίγο, όπως ακριβώς την είχαν συμβουλεύσει οι θείοι της. Το χέρι της γύριζε και ξαναγύριζε νευρικά το στρίφωμα της φούστας της. Αν η κυρία Καλλιόπη παρατήρησε την αμηχανία της δεν το σχολίασε.
«Για μεσημέρι θα μαγειρεύω εγώ.» Της είπε ανακατεύοντας την κατσαρόλα που ήταν ήδη στη φωτιά. «Το χαίρομαι το μαγείρεμα, κι οι γιοι μου έχουν συνηθίσει την δική μου την κουζίνα. Αλλά εσύ θα βοηθάς, κι αν προσέχεις όλο και κάτι θα μάθεις από μένα για το δικό σου σπιτικό.»
Κοντά στο μεσημεριανό, ήταν και η ώρα του Αστέρη να γυρίσει από το σχολείο. Ο μικρός γιος της οικογένειας Σταματάκη ήταν ένα ντροπαλό αγόρι γύρω στα δεκατρία, με μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια, εικόνα και ομοίωση της μητέρας του. Της έδωσε το χέρι του μόλις την είδε, και η Βασιλική κατάλαβε πως η τελευταία τον είχε ενημερώσει για την παρουσία της στο σπίτι. Φαινόταν καλό παιδί. Υπάκουο, αλλά όχι με τον τρόπο που είχε συνηθίσει η ίδια την υπακοή. Όχι τρομαγμένο. Η Βασιλική ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά όταν είδε την κυρία Καλλιόπη να του ανακατεύει στοργικά τα μαλλιά όπως έσκυψε να του βάλει να φάει, σα να το έκανε κάθε μέρα. Ίσως και να το έκανε. Ίσως όλες οι μητέρες να το έκαναν. Δεν είχαν συνηθίσει τα μάτια της τέτοιες εικόνες, μα κυρίως δεν τις είχε συνηθίσει η ψυχή της.
Μόλις τελείωσαν το φαγητό η Βασιλική έπλυνε και τακτοποίησε τα πιάτα. Η κυρία Καλλιόπη της έδειξε που ήταν το πηγάδι για το νερό στην αυλή τους. Ήλπιζε, της είπε, να έφερναν σύντομα μια από αυτές τις σωλήνες για νερό, να τελείωναν τα πέρα δώθε με τους κουβάδες. Χρόνια τους το είχε τάξει ο δήμαρχος, μα τίποτα ακόμα. Η Βασιλική δεν καταλάβαινε ακριβώς πως μια σωλήνα θα μπορούσε να φέρνει το νερό από τις πηγές μέσα στην κουζίνα και το μπάνιο μα ήξερε πως έτσι γινόταν πια στις πόλεις. Υδροδότηση το έλεγαν και το διάβαζε όλο και πιο συχνά στις εφημερίδες που χάζευε στα κρυφά όσο περίμενε για τα ψώνια στο παντοπωλείο. Δεν ήξερε αν πράγματι ο δήμαρχος θα έφτιαχνε δίκτυο υδροδότησης στα χωριά τους, μα εκείνης της φάνταζε εντυπωσιακό ακόμα και το γεγονός ότι οι Σταματάκηδες είχαν ένα ολόδικο τους πηγάδι στον κήπο και δεν χρησιμοποιούσαν αυτά τις γειτονιάς όπως οι περισσότεροι.
Αφού ολοκλήρωσε το μάζεμα της κουζίνας η κυρία Καλλιόπη την έστειλε στο δωμάτιο της.
«Αύριο αρχίζεις κανονικά έτσι κι αλλιώς.» Της είπε. «Κάτσε σήμερα να ξεκουραστείς. Είχες και μακρύ ταξίδι με τον Νικολή. Σε ζαλίζει η άμαξα;» Όταν η Βασιλική εξομολογήθηκε πως ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε σε κανονική άμαξα η μεγαλύτερη γυναίκα χαμογέλασε. «Πολλά πράγματα θα μάθεις για πρώτη φορά εδώ λοιπόν.» Ένα βαθύ προαίσθημα της έλεγε πως είχε δίκιο.
Δεν είχε νιώσει στη ζωή της πιο μαλακό στρώμα από εκείνο στο κρεβάτι στην νέα κάμαρη της. Όχι πως είχε κοιμηθεί και σε πολλά στρώματα. Το αχυρένιο στο ντιβάνι των θείων της μπορεί να ήταν σκληρό και άβολο μα είχε ένα καλό. Μπορούσε να κρύβει μέσα του σημειώματα, τετράδια, ακόμα και ολόκληρα βιβλία. Οι κουρελούδες που της έστρωναν στο σπίτι του παπά ήταν μια προσωρινή λύση μα δεν είχαν οι έρημοι δεύτερο κρεβάτι. Και πιο πριν… Δεν θυμόταν πολλά από το σπίτι των γονιών της. Από το δικό της σπίτι. Μόνο τις φλόγες, τον καπνό και εκείνη την τρομακτική μυρωδιά.
Η Βασιλική τακτοποίησε τα ρούχα της στη ντουλάπα και όταν τράβηξε την κουρτίνα από το μικρό παράθυρο πίσω από το κρεβάτι, το δωμάτιο πλημμύρισε από το πορτοκαλί φως του ήλιου που έδυε. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν είχε κάτι να κάνει. Θα μπορούσε να πάει μια βόλτα, μα δεν ήθελε να βγει από το δωμάτιο της όταν η κυρία Καλλιόπη της είχε πει να ξεκουραστεί. Άλλωστε δεν είχε ιδέα και που να πάει. Θα νύχτωνε σε λίγο και το χωριό δεν το είχε μάθει καθόλου. Ούτε μέσα στα πόδια τους στο σπίτι ήθελε να είναι. Δεν είχε ρωτήσει την κυρία Καλλιόπη σε ποιους χώρους του σπιτιού επιτρεπόταν να κυκλοφορεί και σε ποιους όχι. Ναι, το πιο ασφαλές θα ήταν να έμενε στο δωμάτιο μέχρι να ξημέρωνε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι ένιωσε το στρώμα να αγκαλιάζει μαλακά το κορμί της. Φοβόταν πως αν την έπαιρνε ο ύπνος σε αυτό το κρεβάτι δεν θα ξυπνούσε ούτε το επόμενο πρωί.
Δεν ήξερε αν ήταν αυτός ο υποβόσκων φόβος ή η μεγάλη αλλαγή και το άγχος του να κοιμάται πρώτη φορά σε άλλο σπίτι που την έκανε να μην μπορεί να κλείσει μάτι. Χάζεψε πάλι το βιβλίο της με την ελπίδα να νυστάξει, αλλά όσο λιγόστευε το φως τόσο τη δυσκόλευε. Ίσως μπορούσε να ζητήσει από την κυρία Καλλιόπη μια λάμπα ή ένα καντήλι για να διαβάζει στο δωμάτιο της. Τα κάδρα στους τοίχους που της φαίνονταν ευχάριστα στο φως της μέρας τώρα φάνταζαν τρομακτικά, τα προσηνή πρόσωπα στους πίνακες παραμορφώνονταν στο ελάχιστο φως του φεγγαριού. Δεν φοβόταν το σκοτάδι αλλά η πρώτη νύχτα σε ένα νέο μέρος της φαινόταν να έχει κάτι το απόκοσμο.
Ένας ήχος την έκανε να πεταχτεί πάνω, μέχρι που καταλάβει ότι ήταν η εξώπορτα. Ήταν αργά, σίγουρα υπερβολικά αργά για επισκέψεις και η Βασιλική αναρωτήθηκε αν η κυρία Καλλιόπη είχε ήδη ξαπλώσει. Πλησίασε στην πόρτα του δωματίου της μέχρι που άκουσε ψιθύρους από κάτω.
«Δε σου είπα να είσαι νωρίς σπίτι σήμερα;»
«Κι εγώ σου είπα ότι δεν χρειαζόμαστε υπηρέτρια να μας κάνει τις δουλειές. Έχουμε κι εμείς χέρια.»
«Δεν είναι υπηρέτρια. Είναι ψυχοκόρη.»
«Και ποια η διαφορά;»
«Άκου γιε μου, για τα κτήματα μπορεί να αποφασίζεις πια εσύ, αλλά σπίτι εγώ κάνω κουμάντο.»
«Και που είναι τώρα η ‘ψυχοκόρη’ σου;»
«Την έστειλα να κοιμηθεί. Ήταν και από ταξίδι σήμερα. Θα τη γνωρίσεις αύριο στο πρωινό. Σύρε να φας τώρα.»
Η Βασιλική έτρεξε πίσω στο κρεβάτι της πριν προλάβει να ακούσει άλλα. Η αντρική φωνή που ξεχώριζε προφανώς ανήκε στον Μαθιό Σταματάκη, το μεγαλύτερο γιο της οικογένειας. Η κυρία Καλλιόπη λίγο της είχε μιλήσει για εκείνον. «Ο μεγάλος δουλεύει πολύ, αλλά και δουλειά να μην έχει, που τον χάνεις που τον βρίσκεις στο βουνό τη βγάζει.»
Από τα λόγια του Μαθιού στη μητέρα του κατάλαβε ότι αν και δεν την είχε γνωρίσει ακόμα, δεν την συμπαθούσε ιδιαίτερα. Η -το λιγότερο - αμφισβητούσε την παρουσία της στο σπίτι. Τουλάχιστον ήλπιζε πως δεν θα τον συναντούσε συχνά μέσα στη μέρα. Όχι τόσο ώστε να της δημιουργήσει προβλήματα.
Στην πρώτη εντύπωση η κυρία Καλλιόπη φαινόταν σοβαρή μα δίκαιη. Ο μικρός Αστέρης ήταν ευγενικός, με ένα αθώο, παιδικό ακόμα χαμόγελο στα χείλη. Ίσως ο Μαθιός Σταματάκης να έμοιαζε στον πατέρα του, όπως κοιτούσε αυστηρά στις φωτογραφίες που στόλιζαν κάθε γωνιά της σάλας. Δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του στη μητέρα του μα ακουγοταν παγωμένος, σχεδόν αδιάφορος. Ας ήταν κι έτσι. Δεν χρειαζόταν την συμπάθεια κανενός, ούτε την είχε δεδομένη. Ήταν εκεί μονάχα για να κάνει τη δουλειά της όπως ακριβώς της είχαν ερμηνέψει οι θείοι της.
Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
Τυλίχτηκε με την βαριά μάλλινη κουβέρτα και προσπάθησε για μια ακόμα φορά να κοιμηθεί. Λίγοι μήνες θα ήταν μόνο, ίσα για να ξεπληρώσει το χρέος της κι έπειτα θα έβλεπε τι θα έκανε. Στους θείους της δεν θα μπορούσε να ξαναγυρίσει, ήξερε πως αυτή η πόρτα είχε κλείσει για εκείνη οριστικά. Και μόνο η ιδέα του να παντρευτεί έναν άγνωστο άντρα που θα διάλεγαν εκείνοι με βάση το πόση προίκα θα ζητούσε έκανε το στομάχι της να δένεται κόμπος. Ίσως να έβρισκε μια κανονική δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά. Ειδικά το φθινόπωρο που ολόκληρος ο κάμπος μάζευε ελιές, σπάνια αρνούνταν ένα ακόμα ζευγάρι εργατικά χέρια. Ή ίσως, αν ήταν τυχερή, να μπορούσε να δουλέψει σε κάποια βιοτεχνία. Ήταν καλή στο ράψιμο και η θεία της πάντα της έλεγε πως έχει σβέλτα δάχτυλα για τη βελόνα. Κάτι θα έβρισκε όταν θα ερχόταν ο καιρός.
Μέχρι τότε θα ήταν ψυχοκόρη. Ή υπηρέτρια. Ο Μαθιός είχε δίκιο. Στην ουσία δεν υπήρχε διαφορά, μόνο οι λέξεις άλλαζαν. Το «ψυχοκόρη» ήταν γυαλισμένο, στρογγυλεμένο στις γωνίες, μια λέξη φτιαγμένη για να κρύβει όσες σκληρές αλήθειες δεν ταίριαζαν στην ετυμολογία της. Υπονοούσε ένα δέσιμο που η Βασιλική αμφέβαλλε αν υπήρχε στις περισσότερες περιπτώσεις.
Εκείνη δεν την ένοιαζε αν θα την έλεγαν υπηρέτρια, ή το ευγενικό, εξωραϊσμένο συνώνυμο του. Ψυχοκόρη. Σ’ αυτή τη λέξη μονάχα η κατασκευή της ένιωθε κάποιες φορές πως τη γέλαγε, πως έπαιζε μοιραία με την πιο μεγάλη λαχτάρα της ζωής της. Γιατί από όλους τους τίτλους που την είχαν συνοδεύσει ως τότε - ορφανή, ανηψιά, ψυχοκόρη - μόνο ένας την καλούσε ακόμα: εκείνα τα τέσσερα γράμματα που αποτελούσαν το δεύτερο συνθετικό της.
Ψυχοκόρη θα την φώναζαν πια όλοι, μα θα έδινε τα πάντα για να νιώσει, έστω για μια ώρα, ξανά κόρη.
